ανακοινώνω

[анакиноно] р. извещать, уведомлять,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανακοινώνω" в других словарях:

  • ανακοινώνω — ανακοινώνω, ανακοίνωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ανακοινώνω — (Α ἀνακοινῶ, όω) γνωστοποιώ, αναγγέλλω, πληροφορώ αρχ. Ι. (ενεργ. και μέσ.) 1. μεταδίδω, μεταβιβάζω 2. συμβουλεύομαι, ρωτώ ΙΙ. μέσ. επικοινωνώ, ενώνομαι, συγκοινωνώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + κοινῶ. ΠΑΡ. ανακοίνωση( ις) νεοελλ. ανακοινωθέν,… …   Dictionary of Greek

  • ανακοινώνω — ωσα, ώθηκα, ωμένος 1. γνωστοποιώ, κοινοποιώ: Η κυβέρνηση ανακοίνωσε τις αποφάσεις της για τις συγκοινωνίες. 2. αναγγέλλω: Ανακοινώθηκε η παραίτηση του υπουργού Oικονομικών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εξαγγέλλω — (AM ἐξαγγέλλω) νεοελλ. ανακοινώνω, μεταδίδω απόφαση ή είδηση με επισημότητα μσν. εκθέτω στον εξομολόγο, εξομολογούμαι αρχ. (ενεργ. και μέσ.) 1. αναγγέλλω ή ανακοινώνω κάτι, ιδίως μυστικό ή σπουδαία πληροφορία (α. «ἵν ἐξαγγέλλοιεν κατὰ μῆνα τῷ… …   Dictionary of Greek

  • επικοινώ — ἐπικοινῶ, όω (Α) [επίκοινος] 1. ανακοινώνω, κοινοποιώ, μεταδίδω 2. μέσ. ἐπικοινοῡμαι, όομαι ανακοινώνω κάτι σε κάποιον και ζητώ τη συμβουλή του («περὶ τούτου τῷ πατρὶ ἐπεκοινώσω», Πλάτ.) 3. παθ. έρχομαι σε επικοινωνία («περί τε γάμους ἀλλήλους… …   Dictionary of Greek

  • προσμεταδίδωμι — Α ανακοινώνω κάτι επιπροσθέτως. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + μεταδίδωμι «πληροφορώ, ανακοινώνω, γνωστοποιώ»] …   Dictionary of Greek

  • αναγγέλλω — (Α ἀναγγέλλω) 1. φέρνω αγγελία, ανακοινώνω, γνωστοποιώ 2. ειδοποιώ για την επίσκεψη προσώπου αρχ. 1. μιλώ για κάποιον 2. προκηρύσσω, ορίζω ανταμοιβή. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀν(α) * + ἀγγέλλω. ΠΑΡ. αναγγελία, αναγγελτήριος, αναγγελτικός] …   Dictionary of Greek

  • ανακηρύσσω — (Α ἀνακηρύσσω) (αττ. ττω) 1. απονέμω επίσημα τίτλο, αναγορεύω 2. γνωστοποιώ δημόσια, ανακοινώνω αρχ. 1. πουλώ σε δημοπρασία, βγάζω στο σφυρί 2. υπόσχομαι δημόσια αμοιβή με κήρυκα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + κηρύσσω. ΠΑΡ. ανακήρυξις νεοελλ. ανακηρυκτής …   Dictionary of Greek

  • ανακοινωθέν — ( έντος), το επίσημη ανακοίνωση πολιτικού ή στρατιωτικού περιεχομένου από τα μέσα επικοινωνίας. [ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στην Ελληνική τού διεθνούς σήμερα όρου communique τής Γαλλικής (παθ. μτχ. τού ρ. communiquer «ανακοινώνω»)] …   Dictionary of Greek

  • ανακοινωτής — ο 1. αυτός που γνωστοποιεί έγγραφο, είδηση ή γεγονός 2. αυτός που ανακοινώνει, γνωστοποιεί, κοινοποιεί δικαστικά ή άλλα δημόσια έγγραφα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανακοινώνω( ώ). Η λ. μαρτυρείται από το 1840 στο Ιταλοελληνικό Νομοτεχνικό Λεξικό] …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.